Η διαβούλευση για την αναθεώρηση του Κανονισμός Πυροπροστασίας και οι απόψεις για τα συστήματα θερμοπρόσοψης - Όμιλος Κριμάτογλου
16833
post-template-default,single,single-post,postid-16833,single-format-standard,mega-menu-top-navigation,ajax_fade,page_not_loaded,,no_animation_on_touch,qode-theme-ver-8.0,wpb-js-composer js-comp-ver-4.9.2,vc_responsive

Η διαβούλευση για την αναθεώρηση του Κανονισμός Πυροπροστασίας και οι απόψεις για τα συστήματα θερμοπρόσοψης

05 Απρ Η διαβούλευση για την αναθεώρηση του Κανονισμός Πυροπροστασίας και οι απόψεις για τα συστήματα θερμοπρόσοψης

Ολοκληρώθηκε στις 27/4 η διαβούλευση για την αναθεώρηση του Κανονισμού Πυροπροστασίας Κτηρίων όπου ένα από τα θέματα που κυριάρχησε ήταν οι προτάσεις για τις επενδύσεις των εξωτερικών τοίχων των κτηρίων με συστήματα θερμοπρόσοψης στο άρθρο που αφορά την Παθητική Πυροπροστασία.

Σύμφωνα λοιπόν με τα αναφερόμενα στη διαβούλευση, διαπιστώθηκε από τους ειδικούς μια υπαναχώρηση στο προσχέδιο ως προς την αυστηρότητα των απαιτήσεων πυροπροστασίας για τις επενδύσεις των εξωτερικών τοίχων, που ίσχυε έως σήμερα.

Συγκεκριμένα στην «Κατηγορία αντίδρασης στη φωτιά εξωτερικής επένδυσης» διαπιστώνεται αντικατάσταση της παλαιότερης απαίτησης για χρήση «Άκαυστου υλικού» με μια σειρά από κλάσεις βάσει του ΕΝ 13501-1 (B-s2,d1 / B-s3,d2 / C-s3,d2 / D-s3,d2). Υπενθυμίζεται πως με τον όρο «Άκαυστο υλικό» ο μέχρι πρότινος ισχύον κανονισμός περιέγραφε μια σειρά από ανόργανα υλικά επένδυσης μεταξύ των οποίων και ο πετροβάμβακας.

Με βάσει λοιπόν τις εισηγήσεις των ειδικών σε περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται συστήματα θερμοπρόσοψης αφρωδών μονωτικών ακόμη και κατηγορίας B-s2,d1 τα συστήματα αυτά είναι δυνατόν να καίγονται, να τροφοδοτούν και να μεταδίδουν ταχύτατα την φωτιά στην επιφάνεια του κτηρίου.

Επί του πρακτέου φάνηκε στο προσχέδιο να επιχειρείται μια απαρίθμηση κατηγοριών αντίδρασης στη φωτιά βάσει του ΕΝ 13501-1 χωρίς όμως να είναι αντιληπτό τι ακριβώς σημαίνει η κάθε κατηγορία στην πράξη.

Σύμφωνα με τις απόψεις των ειδικών ο κανονισμός θα όφειλε για τα συστήματα θερμοπρόσοψης να αντικαταστήσει τον παλαιότερο όρο «Άκαυστο υλικό» με την κατηγορία Α-s1,d0 και υπό ορισμένες συνθήκες Β-s1,d0 προσδιορίζοντας όμως παράλληλα τον τύπο του θερμομονωτικού υλικού, θέτοντας ως απαίτηση τη χρήση ανόργανων υλικών κατηγορίας Α1 όπως π.χ. είναι ο πετροβάμβακας.

Ο λόγος είναι ότι τα συστήματα ελέγχονται και πιστοποιούνται με μικρής κλίμακας δοκιμές που δεν προσομοιάζουν στις ακραίες συνθήκες μιας πυρκαγιάς. Κατά συνέπεια η πιστοποίηση για την κλάση Β-s1,d0 αν και μπορεί να επιτευχθεί εργαστηριακά ακόμη για ένα σύστημα με αφρώδες θερμομονωτικό, επί του πρακτέου έχει πολύ μικρότερη αντοχή σε πραγματικές συνθήκες από ένα αντίστοιχο σύστημα Β-s1,d0 με ανόργανο θερμομονωτικό όπως π.χ. ο πετροβάμβακας.

Ο πετροβάμβακας, ως άκαυστο πρακτικά θερμομονωτικό υλικό για τις θερμοκρασίες που αναπτύσσονται ακόμη και στις πλέον ακραίες περιπτώσεις πυρκαγιών κατατάσσεται στην υψηλότερη ευρωπαϊκή κατηγορία αντίδρασης στη φωτιά (Euroclass Α1 κατά ΕΝ 13501-1) και προσφέρει την απαιτούμενη, από τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς, πυροπροστασία. Ο πετροβάμβακας διεθνώς είναι το βασικό υλικό που χρησιμοποιείται σε εφαρμογές πυροπροστασίας. Επί του πρακτέου με σημείο μάλθωσης > 1000ο C είναι ένα θερμομονωτικό υλικό που μπορεί να λειτουργεί χωρίς πρόβλημα ακόμη και σε συνθήκες μόνιμης επαφής με γυμνή φλόγα στους 650o C.

Τα αφρώδη μονωτικά με χρήση επιβραδυντών καύσης μπορούν να καταταχτούν το πολύ στην κατηγορία Ε πάνω από την κατηγορία F που αφορά τα εύφλεκτα υλικά. Η κατηγορία Ε, επί του πρακτέου, είναι μια κατηγορία με εξαιρετικά περιορισμένη αντίδραση στη φωτιά. Υπενθυμίζεται πως σύμφωνα με το πρότυπο ελέγχου ένα υλικό θεωρείται κατηγορίας Ε όταν εκτεθεί σε φλόγα ύψους μόλις 2 cm, για μόλις 15 sec, κατόπιν αφαιρεθεί η φλόγα και για τα επόμενα 20 sec, η φλόγα δεν κάψει το δείγμα σε ύψος πάνω από 20 cm. Αν π.χ. η φλόγα ανέβει πάνω από τα 20 cm μετά τα 21 sec τότε το υλικό είναι κατηγορίας Ε. Είναι αυτονόητο ότι σε περίπτωση πυρκαγιάς αυτή η αντίδραση στη φωτιά (με εργαστηριακή φλόγα 2 cm για 15 sec) είναι άνευ ουσίας, αφού το αφρώδες μονωτικό σε πραγματικές συνθήκες καταρρέει σε χαμηλές θερμοκρασίες και αυτοτροφοδοτεί τη φωτιά. Αιτία της πολύ εύκολης κατάρρευσης των συστημάτων θερμοπρόσοψης με αφρώδη θερμομονωτικά είναι το πολύ χαμηλό σημείο μάλθωσης των περισσοτέρων αφρωδών, μόλις στους 75ο C, όπου πέρα αυτής της θερμοκρασίας η παραμόρφωση, το λιώσιμο δηλαδή, που προκαλείται στο αφρώδες θερμομονωτικό συμπαρασείρει το λεπτό επίχρισμα της θερμοπρόσοψης και πλέον το αφρώδες θερμομονωτικό βρίσκεται εκτεθειμένο στη γυμνή φλόγα.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που δίνεται στη διαβούλευση:
Με την εφαρμογή π.χ. 10 cm ενός αφρώδους θερμομονωτικού μονωτικού πυκνότητας 30 Kg/m3 που προστατεύεται μόνο από ένα λεπτό επίχρισμα της τάξης των 3 mm, είναι σαν να «αλείφουμε» τους τοίχους του κτηρίου με 3 Kg/m2 από ένα παραπροϊόν του πετρελαίου και είναι πολύ χειρότερο σε επίπεδο πυροπροστασίας από τον να αφήναμε χωρίς επένδυση αφρώδους μόνωσης τον τοίχο, απλά επιχρισμένο με ένα ασβεστοκονίαμα και βαμμένο.

Παλαιότερα η λύση που είχε προταθεί σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη ήταν αυτή της δημιουργίας πάνω στις θερμοπροσόψης με αφρώδη μονωτικά μια πυροφραγής περιμετρικά του κτηρίου με λωρίδες πετροβάμβακα. Η λύση αυτή αν και αύξανε το χρόνο διαφυγής από το κτήριο δεν θεωρήθηκε αξιόπιστη καθώς δεν περιορίζει την έκταση της ζημιάς στα φέροντα δομικά στοιχεία του κτηρίου. Ο λόγος είναι διότι ήδη από τους 270ο C (θερμοκρασία που αναπτύσσεται πολύ γρήγορα σε συνθήκες πυρκαγιάς), αρχίζει να χάνεται η συνάφεια μεταξύ σκυροδέματος και χάλυβα οπλισμού και προκαλούνται σοβαρές ρωγμές στο φέροντα οργανισμό. Αποτέλεσμα αυτού είναι η αποκατάσταση της στατικής επάρκειας του κτηρίου, μετά από μια πυρκαγιά, να απαιτεί υψηλού κόστους ειδικές επεμβάσεις π.χ. με εποξειδικές ρητίνες και ανθρακονήματα.

Είναι ξεκάθαρο πλέον διεθνώς, πως οι εξωτερικοί τοίχων υφιστάμενων κτηρίων μη μονωμένων κτηρίων, που απλά έχουν ένα ασβεστοκονίαμα και μια βαφή, κατά την η ενεργειακή τους αναβάθμιση με την τοποθέτηση συστημάτων θερμοπρόσοψης, υποβαθμίζεται η ασφάλεια των κτηρίων αυτών σε επίπεδο πυροπροστασίας, όταν χρησιμοποιούνται αφρώδη θερμομονωτικά. Τα θύματα σε αυτές τις περιπτώσεις προέρχονται από την έκλυση τοξικών ή/και δηλητηριωδών αερίων καύσης της καιόμενης επένδυσης, σε συνδυασμό με την κατάρρευση των συστημάτων που έχει ως αποτέλεσμα το φράξιμο των εξόδων διαφυγής και την ανατροφοδότηση της φωτιάς με το αφρώδες μονωτικό.

Τα συστήματα θερμοπρόσοψης με αφρώδη μονωτικά ευθύνονται σήμερα στην Ευρώπη για μεγάλο αριθμό πυρκαγιών που έχουν ως αποτέλεσμα το θάνατο πολιτών. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε την αιτία ώστε τα προηγμένα κράτη της κεντρικής Ευρώπης να διορθώσουν τις προδιαγραφές τους με βάση την εμπειρία και να θεσπίσουν υποχρεωτική εφαρμογή συστημάτων θερμοπροσοψης με ανόργανα άκαυστα υλικά κατηγορίας Α1, όπως είναι ο πετροβάμβακας, σε μια σειρά από ευαίσθητα κτήρια (Νοσοκομεία, Σχολεία, Ξενοδοχεία, Δημόσια κτήρια, Πολυώροφα κτήρια κ.α.) και μάλιστα κάποια κράτη να αποκλείσουν πλήρως την εφαρμογή αφρωδών μονωτικών. Άλλωστε τα συστήματα θερμοπρόσοψης με χρήση πρακτικά άκαυστων θερμομονωτικών υλικών όπως είναι ο πετροβάμβακας, είναι τα μόνα αποδεκτά από τις ασφαλιστικές εταιρίες για την μείωση του κόστος των ασφαλίστρων πυρκαγιάς.

Η επιστημονική κοινότητα που μετείχε στη διαβούλευση δήλωσε ξεκάθαρα πως η ενεργειακή αναβάθμιση των κτηρίων, δεν μπορεί να πραγματοποιείται υποβαθμίζοντας την ασφάλειά τους σε περίπτωση πυρκαγιάς. Εξέφρασε την επιθυμία, η Πολιτεία να μην υπαναχωρήσει ως προς την αυστηρότητα των απαιτήσεων πυροπροστασίας, που ήδη ισχύουν για τις εξωτερικές επενδύσεις τοίχων με υποχρεωτική χρήση πρακτικά άκαυστων υλικών. Ζήτησε, να ληφθεί υπόψη η Ευρωπαϊκή εμπειρία και η πρόοδος που έχει σημειωθεί στον τομέα της πυροπροστασίας και τελικά η Πολιτεία να νομοθετήσει υπεύθυνα, με γνώμονα μόνο την καλύτερη δυνατή προστασία του Δημοσίου συμφέροντος, την ασφάλεια των κτηρίων και των χρηστών τους.